|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο male παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: plug
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | male n | (person of male sex) | άντρας, άνδρας ουσ αρσ | | | (λόγιος, επίσημο, παλαιό) | άρρην ουσ αρσ | | | The police received a report of two males fighting. | | | Η αστυνομία έλαβε μια αναφορά για καυγά δύο ανδρών. | | male n | (animal of male sex) | αρσενικό επίθ ως ουσ ουδ | | | Males among mammals generate a lot of testosterone and tend to be more aggressive. | | | Τα αρσενικά των θηλαστικών παράγουν πολλή τεστοστερόνη και τείνουν να είναι πιο επιθετικά. | | male adj | (of boys or men) | αντρικός, ανδρικός επίθ | | | | αρσενικός επίθ | | | (μικρότερες ηλικίες) | αγορίστικος επίθ | | | (για σύνθεση) | που αποτελείται μόνο από άντρες περίφρ | | | Early theater always had male casts. | | | Το πρώιμο θέατρο είχε πάντα ανδρικό θίασο. | | male adj | (of male animals) | αρσενικός επίθ | | | The cat gave birth to two female and one male kitten. | | | Η γάτα γέννησε δυο θηλυκά και ένα αρσενικό γατάκι. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | male adj | figurative (plug) (μεταφορικά) | αρσενικός επίθ | | | Tom inserted the male end of the cord into the socket. | | male adj | (flowers, plants) | αρσενικός επίθ | | | Some trees have male and female varieties, and some are self-pollinating. |
|
|